Προπονητής Ανάπτυξης ή Προπονητής Νίκης; Η Μεγάλη Διαφορά στον Παιδικό Αθλητισμό
Όταν ο στόχος δεν είναι απλώς να κερδίσουμε τον επόμενο αγώνα, αλλά να βοηθήσουμε ένα παιδί να εξελιχθεί
Στον παιδικό αθλητισμό υπάρχει μια ερώτηση που σπάνια τίθεται ξεκάθαρα, αλλά καθορίζει σχεδόν τα πάντα:
Τι είδους προπονητή χρειάζεται πραγματικά ένα παιδί;
Έναν προπονητή που θα οργανώσει την ομάδα του για να κερδίσει το επόμενο παιχνίδι;
Ή έναν προπονητή που θα βοηθήσει κάθε παιδί να εξελιχθεί, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι η ομάδα δεν θα κερδίσει πάντα;
Η απάντηση μοιάζει προφανής.
Στην πράξη, όμως, δεν είναι.
Σε πολλές αθλητικές ακαδημίες, ο προπονητής των παιδιών αξιολογείται με τα ίδια κριτήρια που αξιολογείται ένας προπονητής επαγγελματικής ομάδας:
Πόσους αγώνες κέρδισε;
Σε ποια θέση τερμάτισε η ομάδα;
Πόσα τρόπαια κατέκτησε;
Πόσα παιδιά ξεχώρισαν;
Πόσα παιχνίδια έχασε;
Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα.
Τα παιδιά δεν είναι επαγγελματίες αθλητές.
Και ο παιδικός αθλητισμός δεν είναι μια μικρότερη εκδοχή του αθλητισμού των ενηλίκων.
Το παιδί βρίσκεται σε μια διαδικασία ανάπτυξης.
Αναπτύσσει το σώμα του.
Αναπτύσσει τον τρόπο που σκέφτεται.
Αναπτύσσει την αυτοπεποίθησή του.
Αναπτύσσει τη σχέση του με την αποτυχία.
Αναπτύσσει τη σχέση του με τη συνεργασία.
Και, ίσως το σημαντικότερο, αναπτύσσει τη σχέση του με τον ίδιο τον αθλητισμό.
Γι' αυτό η διαφορά ανάμεσα σε έναν προπονητή ανάπτυξης και έναν προπονητή νίκης είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο φαίνεται.
Ο προπονητής νίκης
Ο προπονητής νίκης έχει έναν ξεκάθαρο στόχο:
Να κερδίσει τον επόμενο αγώνα.
Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είναι κακός προπονητής.
Η νίκη είναι μέρος του αθλητισμού.
Η επιθυμία για διάκριση είναι φυσιολογική.
Ο ανταγωνισμός μπορεί να προσφέρει πολύτιμες εμπειρίες στα παιδιά.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η νίκη γίνεται ο μοναδικός τρόπος αξιολόγησης της επιτυχίας.
Όταν συμβαίνει αυτό, πολλές αποφάσεις αλλάζουν.
Ο προπονητής μπορεί να επιλέξει:
να χρησιμοποιεί περισσότερο τα παιδιά που είναι ήδη καλύτερα,
να περιορίζει τον χρόνο συμμετοχής των πιο αδύναμων,
να αποφεύγει να δώσει ευκαιρίες για λάθη,
να επιλέγει τις πιο ασφαλείς τακτικές,
να πιέζει τα παιδιά για άμεση απόδοση,
να προτιμά το αποτέλεσμα από τη μάθηση.
Και έτσι δημιουργείται μια αντίφαση.
Η ομάδα μπορεί να κερδίζει.
Αλλά τα παιδιά μπορεί να μη μαθαίνουν.
Ο προπονητής ανάπτυξης
Ο προπονητής ανάπτυξης βλέπει τον αγώνα διαφορετικά.
Δεν ρωτά μόνο:
«Πώς θα κερδίσουμε σήμερα;»
Ρωτά επίσης:
«Τι χρειάζεται να μάθουν αυτά τα παιδιά για να γίνουν καλύτερα αύριο;»
Αυτό αλλάζει ολόκληρη τη φιλοσοφία της προπόνησης.
Ο προπονητής ανάπτυξης ενδιαφέρεται για:
την τεχνική πρόοδο,
την κινητική ανάπτυξη,
τη λήψη αποφάσεων,
τη δημιουργικότητα,
την αυτοπεποίθηση,
τη συνεργασία,
την ψυχολογική ανθεκτικότητα,
τη μακροχρόνια σχέση του παιδιού με τον αθλητισμό.
Δεν βλέπει μόνο τον πιο ταλαντούχο αθλητή.
Βλέπει το παιδί που δυσκολεύεται.
Το παιδί που φοβάται να κάνει λάθος.
Το παιδί που δεν έχει ακόμη αναπτυχθεί σωματικά.
Το παιδί που ίσως σήμερα δεν ξεχωρίζει, αλλά μπορεί σε λίγα χρόνια να εξελιχθεί εντυπωσιακά.
Η μεγάλη παγίδα: Η νίκη μπορεί να κρύβει προβλήματα
Μια παιδική ομάδα μπορεί να κερδίζει συνεχώς και παρ' όλα αυτά να μην αναπτύσσει σωστά τους αθλητές της.
Αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα στον παιδικό αθλητισμό.
Μια ομάδα μπορεί να κυριαρχεί επειδή:
έχει παιδιά που ωρίμασαν σωματικά νωρίτερα,
διαθέτει μερικούς πιο δυνατούς ή πιο γρήγορους αθλητές,
βασίζεται συνεχώς στους ίδιους λίγους παίκτες,
χρησιμοποιεί ένα παιχνίδι που είναι αποτελεσματικό σήμερα αλλά περιορίζει τη μάθηση.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι εξαιρετικό.
Η ανάπτυξη όμως;
Δεν είναι πάντα.
Ένα παιδί που είναι πιο ψηλό, πιο δυνατό ή πιο γρήγορο στα 10 χρόνια του μπορεί να φαίνεται σήμερα «αστέρι».
Αυτό δεν σημαίνει ότι θα παραμείνει μπροστά στα 16 ή στα 20.
Αντίστοιχα, ένα παιδί που αναπτύσσεται πιο αργά μπορεί σήμερα να περνά απαρατήρητο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχει δυνατότητες.
Ο προπονητής ανάπτυξης καταλαβαίνει ότι η παιδική απόδοση είναι συχνά μια στιγμιαία φωτογραφία και όχι πρόβλεψη του μέλλοντος.
Το παιδί που κάθεται στον πάγκο
Ίσως η μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στις δύο φιλοσοφίες φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το παιδί που δεν είναι ακόμη έτοιμο.
Ο προπονητής νίκης μπορεί να σκέφτεται:
«Αν τον βάλω να παίξει, ίσως χάσουμε.»
Ο προπονητής ανάπτυξης σκέφτεται:
«Αν δεν τον βάλω να παίξει, πώς θα μάθει;»
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι πρέπει να παίζουν με απόλυτα ίδιο τρόπο ή ότι ο ανταγωνισμός πρέπει να εξαφανιστεί.
Σημαίνει όμως ότι στα αναπτυξιακά στάδια η συμμετοχή και η μάθηση πρέπει να αποτελούν βασικές προτεραιότητες.
Ένα παιδί δεν μπορεί να αναπτύξει αυτοπεποίθηση από τον πάγκο.
Δεν μπορεί να μάθει να παίρνει αποφάσεις χωρίς να βρίσκεται μέσα στο παιχνίδι.
Δεν μπορεί να μάθει να διαχειρίζεται την πίεση χωρίς να βιώνει την εμπειρία.
Η ανάπτυξη απαιτεί συμμετοχή.
Το λάθος δεν είναι αποτυχία
Ο προπονητής νίκης συχνά φοβάται το λάθος επειδή το λάθος μπορεί να κοστίσει έναν αγώνα.
Ο προπονητής ανάπτυξης βλέπει το λάθος ως πληροφορία.
Ένα παιδί που κάνει λάθος μπορεί να:
καταλάβει τι δεν λειτούργησε,
προσπαθήσει ξανά,
βρει διαφορετική λύση,
αναπτύξει ανθεκτικότητα.
Αν όμως κάθε λάθος συνοδεύεται από φωνές, τιμωρία ή απογοήτευση, το παιδί μαθαίνει κάτι πολύ διαφορετικό.
Μαθαίνει να μην παίρνει πρωτοβουλίες.
Μαθαίνει να επιλέγει πάντα την ασφαλέστερη λύση.
Μαθαίνει να φοβάται.
Και ο φόβος είναι ένας από τους μεγαλύτερους εχθρούς της δημιουργικότητας και της μάθησης.
Ο καλός προπονητής δεν λέει ότι τα λάθη δεν έχουν σημασία.
Βοηθά το παιδί να καταλάβει τι μπορεί να μάθει από αυτά.
Προπονητής ή παιδαγωγός;
Στον παιδικό αθλητισμό, ο προπονητής είναι κάτι περισσότερο από ειδικός του αθλήματός του.
Είναι παιδαγωγός.
Κάθε μέρα διδάσκει.
Ακόμη κι όταν δεν το καταλαβαίνει.
Διδάσκει μέσα από:
τον τρόπο που μιλά,
τον τρόπο που αντιδρά,
τον τρόπο που αντιμετωπίζει την ήττα,
τον τρόπο που αντιμετωπίζει το λάθος,
τον τρόπο που συμπεριφέρεται στους διαιτητές,
τον τρόπο που μιλά για τους αντιπάλους.
Τα παιδιά παρατηρούν.
Και μαθαίνουν.
Ένας προπονητής μπορεί να διδάξει σε ένα παιδί να κερδίζει έναν αγώνα.
Μπορεί όμως να του διδάξει και κάτι πολύ σημαντικότερο:
Πώς να συμπεριφέρεται όταν κερδίζει και πώς να στέκεται όταν χάνει.
Η νίκη είναι στόχος. Δεν πρέπει όμως να είναι ο μοναδικός στόχος.
Υπάρχει συχνά μια λανθασμένη αντίληψη ότι η αναπτυξιακή προσέγγιση σημαίνει πως δεν ενδιαφερόμαστε για τη νίκη.
Δεν είναι έτσι.
Τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν να ανταγωνίζονται.
Πρέπει να προσπαθούν.
Πρέπει να θέλουν να βελτιώνονται.
Πρέπει να βιώνουν τη χαρά της νίκης αλλά και τη δυσκολία της ήττας.
Ο αθλητισμός χωρίς πρόκληση δεν είναι αθλητισμός.
Αλλά η νίκη πρέπει να είναι αποτέλεσμα της διαδικασίας και όχι ο μοναδικός λόγος της διαδικασίας.
Ο σωστός ερώτημα μετά από έναν αγώνα δεν είναι μόνο:
«Κερδίσαμε;»
Είναι επίσης:
Τι μάθαμε;
Πού βελτιωθήκαμε;
Τι κάναμε καλά;
Τι πρέπει να δουλέψουμε;
Πώς αντιδράσαμε όταν τα πράγματα δυσκόλεψαν;
Αυτές οι ερωτήσεις δημιουργούν αθλητές που σκέφτονται.
Και παιδιά που εξελίσσονται.
Πώς αξιολογούμε έναν προπονητή παιδιών;
Ίσως πρέπει να αλλάξουμε και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε τους προπονητές των ακαδημιών.
Όχι μόνο με βάση:
Πόσους αγώνες κέρδισε;
Αλλά και με βάση:
Πόσα παιδιά βελτιώθηκαν;
Πόσα παιδιά συνέχισαν να αγαπούν το άθλημα;
Πόσα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια στην ομάδα;
Πόσα παιδιά έχουν αυτοπεποίθηση να δοκιμάσουν;
Πώς αντιμετωπίζονται τα παιδιά που δυσκολεύονται;
Πώς επικοινωνεί με τους γονείς;
Πώς διαχειρίζεται την ήττα;
Πώς συμπεριφέρεται υπό πίεση;
Γιατί ένας προπονητής μπορεί να κερδίζει σήμερα και να χάνει παιδιά από τον αθλητισμό αύριο.
Και ένας άλλος μπορεί να μη σηκώσει κανένα παιδικό κύπελλο, αλλά να βοηθήσει δεκάδες παιδιά να αγαπήσουν τον αθλητισμό για μια ολόκληρη ζωή.
Ποιος από τους δύο πέτυχε περισσότερο;
Το παιδί που δεν ξεχωρίζει σήμερα
Ένας από τους σημαντικότερους ρόλους του προπονητή ανάπτυξης είναι να βλέπει δυνατότητες εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν αδυναμίες.
Στα παιδιά, η ανάπτυξη δεν είναι γραμμική.
Κάποια παιδιά αναπτύσσονται νωρίτερα.
Άλλα αργότερα.
Κάποια αποκτούν αυτοπεποίθηση γρήγορα.
Άλλα χρειάζονται χρόνο.
Κάποια έχουν σήμερα καλύτερη φυσική κατάσταση.
Άλλα ίσως διαθέτουν στοιχεία που θα εμφανιστούν αργότερα.
Ο προπονητής ανάπτυξης δεν βιάζεται να βάλει ταμπέλες.
Δεν αποφασίζει εύκολα:
«Αυτός είναι ταλαντούχος.»
ή
«Αυτός δεν μπορεί.»
Γιατί γνωρίζει ότι η ανάπτυξη ενός παιδιού είναι μια μακροχρόνια διαδικασία.
Και πολλές φορές το παιδί που σήμερα δεν ξεχωρίζει είναι εκείνο που, με το σωστό περιβάλλον, θα εξελιχθεί περισσότερο από όλους.
Η πραγματική επιτυχία ενός παιδικού προπονητή
Φανταστείτε έναν προπονητή που μετά από δέκα χρόνια συναντά πρώην αθλητές του.
Κάποιοι έγιναν επαγγελματίες.
Άλλοι συνέχισαν να παίζουν ερασιτεχνικά.
Άλλοι δεν συνέχισαν στο συγκεκριμένο άθλημα.
Αλλά όλοι θυμούνται ότι:
έμαθαν να συνεργάζονται,
έμαθαν να προσπαθούν,
έμαθαν να μην εγκαταλείπουν,
έμαθαν να σέβονται,
έμαθαν να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες.
Αυτός ο προπονητής έχει πετύχει.
Ακόμη κι αν δεν κέρδισε ποτέ το πρωτάθλημα της κατηγορίας Κ12.
Προπονητής ανάπτυξης και προπονητής νίκης: Οι βασικές διαφορές
Ο προπονητής νίκης ρωτά:
Πώς θα κερδίσουμε σήμερα;
Ο προπονητής ανάπτυξης ρωτά:
Πώς θα γίνουν καλύτερα αυτά τα παιδιά αύριο;
Ο προπονητής νίκης βλέπει το λάθος ως πρόβλημα.
Ο προπονητής ανάπτυξης βλέπει το λάθος ως ευκαιρία μάθησης.
Ο προπονητής νίκης βασίζεται στους καλύτερους.
Ο προπονητής ανάπτυξης προσπαθεί να βελτιώσει όλους.
Ο προπονητής νίκης σκέφτεται τον επόμενο αγώνα.
Ο προπονητής ανάπτυξης σκέφτεται τη μακροχρόνια πορεία.
Ο προπονητής νίκης μετρά κυρίως αποτελέσματα.
Ο προπονητής ανάπτυξης μετρά πρόοδο.
Το μεγαλύτερο δίλημμα των αθλητικών ακαδημιών
Οι αθλητικές ακαδημίες πρέπει κάποια στιγμή να αποφασίσουν τι πραγματικά θέλουν να είναι.
Θέλουν να είναι οργανισμοί που:
κερδίζουν παιδικά πρωταθλήματα;
Ή οργανισμοί που:
αναπτύσσουν παιδιά και αθλητές;
Ιδανικά μπορούν να κάνουν και τα δύο.
Αλλά όταν προκύπτει σύγκρουση ανάμεσα στη βραχυπρόθεσμη νίκη και στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες, η επιλογή πρέπει να είναι ξεκάθαρη.
Το παιδί προηγείται.
Γιατί η νίκη ενός αγώνα κρατά λίγες ώρες.
Η εμπειρία που αποκτά ένα παιδί από τον αθλητισμό μπορεί να το συνοδεύει για μια ολόκληρη ζωή.
Συμπέρασμα: Τι προπονητές χρειάζονται πραγματικά τα παιδιά;
Τα παιδιά χρειάζονται προπονητές που γνωρίζουν το άθλημά τους.
Αλλά χρειάζονται κάτι περισσότερο.
Χρειάζονται ανθρώπους που καταλαβαίνουν τα παιδιά.
Προπονητές που μπορούν να απαιτούν χωρίς να ταπεινώνουν.
Να διορθώνουν χωρίς να καταστρέφουν την αυτοπεποίθηση.
Να πιέζουν χωρίς να δημιουργούν φόβο.
Να θέλουν τη νίκη χωρίς να θυσιάζουν την ανάπτυξη.
Ο καλύτερος προπονητής στον παιδικό αθλητισμό δεν είναι εκείνος που δημιουργεί την καλύτερη ομάδα στα 10 ή στα 12 χρόνια.
Είναι εκείνος που βοηθά τα παιδιά να έχουν τις καλύτερες πιθανότητες να εξελιχθούν στα 16, στα 18 και στην υπόλοιπη ζωή τους.
Γιατί στον παιδικό αθλητισμό η μεγαλύτερη νίκη δεν είναι το τρόπαιο.
Η μεγαλύτερη νίκη είναι ένα παιδί που φεύγει από την προπόνηση καλύτερο από όταν ήρθε.
Όχι μόνο ως αθλητής.
Αλλά και ως άνθρωπος.

0 Σχόλια